Tuesday, 20 February 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ | Μιχάλης Οδυσσέας Γιακουμάκης: Ζωγραφίζοντας το λυκόφως του Δυτικού Πολιτισμού


Ο Μιχάλης Οδυσσέας Γιακουμάκης από το 2003 αποφάσισε να αφιερωθεί αποκλειστικά στην Ζωγραφική, μεγάλη του αγάπη από παιδί, που μέχρι τότε υπηρέτησε μονμάχα αποσπασματικά. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται σαν ζωγράφος, εικονογράφος, δάσκαλος Ζωγραφικής και συγγραφέας Φανταστικής Λογοτεχνίας. Είναι τακτικό μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος. Ίδρυσε την “Εταιρεία Ρομαντικοί Ανώνυμοι”, Αθηναϊκό τμήμα της κίνησης καλλιτεχνών “Stuckism International”. Συγγράφει και εικονογραφεί δύο σειρές Φανταστικής Λογοτεχνίας: “Τα Χρονικά του Αρχιπελάγους” και “Τα Χρονικά της Δύσης”. Η ζωγραφική δουλειά του έχει, έως τώρα, παρουσιαστεί σε εννέα ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα, στα Κύθηρα και στη Θεσσαλονίκη, σε μια έκθεση που εγκαινιάζεται τον επόμενο μήνα στην Myrό Gallery, αλλά και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στο Μονρεάλ, στη Λευκωσία, στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στο Αμβούργο, στο Λίβερπουλ, στην Φλωρεντία, στην Αθήνα , στο Καντέρμπουρυ και στην Νέα Υόρκη. Τα έργα του είναι Συμβολιστικά με πολλές αναφορές στο Διεθνοποιημένο Γοτθικό, στην Ιταλική Αναγέννηση, στους Φλαμανδούς και Γερμανούς “Πριμιτίφ”, στο Ιαπωνικό Sumi-e, στην Βιεννέζικη “Απόσχιση”, στην “Νέα Αντικειμενικότητα” του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού, στον Σουρεαλισμό και σε μερικές σχολές του Ευρωπαϊκού Κόμικ. Έργα του ανήκουν σε ιδιωτικές συλλογές.

Συνέντευξη στον Πάρη Καπράλο


Πότε και με ποια αφορμή συνειδητοποίησατε ότι θέλετε να γίνετε καλλιτέχνης;
Ήμουν εννέα χρονών και είχα εντυπωσιασθεί από μια ταινία για κάποιον κλέφτη έργων τέχνης, που ζωγράφιζε τέλεια αντίγραφα και τα άφηνε στην θέση των πρωτοτύπων, τα οποία έκλεβε από τα μεγάλα μουσεία της Ευρώπης.  Η νονά μου, η αξέχαστη Λούλα Μαυρουλίδου, ήταν ήδη φτασμένη ζωγράφος μου είχε χαρίσει τότε, μια μεγάλη επίτομη Ιστορία της Τέχνης, με πολλές φωτογραφίες σπουδαίων έργων. “Ζηλώσας την δόξαν του κλέπτου” της ταινίας, βάλθηκα να προσπαθώ να αντιγράψω από το βιβλίο διάφορα πασίγνωστα ζωγραφικά έργα, προκειμένου να αντικαταστήσω μ' αυτά τα πρωτότυπα, που θα τα έκλεβα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία. Ενστικτωδώς, επειδή αυτά ένοιωθα να με έλκουν κυρίως, εστίασα και αντέγραφα περισσότερο Ιταλική Αναγέννηση, Φλαμανδούς Πριμιτίφ, Θεοτοκόπουλο και Ισπανική Σχολή, - από Βελάσκεθ μέχρι Γκόγια.
Πέντε χρόνια αργότερα, στα δεκατέσσερά μου, είχα προ πολλού ξεχάσει τις φιλοδοξίες μου να γίνω κλέφτης έργων τέχνης, συνέχιζα όμως να αντιγράφω με πάθος τους Παλιούς Δυτικοευρωπαίους Δασκάλους και – αντιγράφοντάς τους – είχα ήδη μάθει απ' αυτούς, είχα προχωρήσει πολύ στο σχέδιο, στο κάρβουνο, στο λάδι και στην ακουαρέλα, είχα ήδη σημαδευτεί – δια βίου – από τις χρυσές εποχές της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής και είχα αποφασίσει αμετάκλητα να φύγω κάπου στην Δυτική Ευρώπη για να σπουδάσω ζωγράφος. Θά έλεγα λοιπόν πως, όσο ανορθόδοξo κι αν ακούγεται, η επαφή μου με την ζωγραφική, ξεκίνησε με τον πλέον ορθόδοξο, παραδοσιακό από αρχαιοτάτων χρόνων και παγκοσμίως, τρόπο: κατασκοπεύοντας τους Μεγάλους Δασκάλους, έκλεβα την Τέχνη τους.

Θεματογραφικά που κινούνται τα έργα σας;
Εκφράζω τις καθημερινές μου εμπειρίες με όρους συμβολικών προσωπικών μύθων, που έχουν σαν πρωταγωνιστές στερεοτυπικούς χαρακτήρες, είτε κοινωνικά κονφορμιστικούς, είτε γοητευτικά αντικομφορμιστικούς, ζωγραφισμένους άλλοτε σαν ανθρώπους, άλλοτε σαν οντότητες από μυθολογίες, παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις, προτείνοντας έτσι μια θέαση της πραγματικότητας από τα μάτια ενός παιδιού. Μέσα από τα έργα μου σχολιάζω την εποχή μας, την οποία αντιλαμβάνομαι σαν το λυκόφως του Δυτικού Πολιτισμού μας και στην οποία ανταποκρίνομαι με κοινωνικο-πολιτική ευαισθησία, αυστηρή κριτική και σάτιρα. Το να αμφισβητώ και να σατιρίζω, μέσω της τέχνης, τον καταρρέοντα πολιτισμό μας, είναι για μένα ένα λειτουργικό μέσο για να τον  κατανοήσω μέσα στην ακραία του πολυπλοκότητα, ώστε τελικά να επιβιώσω της πτώσης του.

Ως προς τα μέσα/υλικά αποτύπωσης έχετε πειραματιστεί πριν καταλήξετε στα υλικά των τελευταίων σειρών σας;
Η δουλειά μου χαρακτηρίζεται τα τελευταία 15 χρόνια από τρεις κατευθύνσεις που ακολουθώ παράλληλα: Πρώτη και κύρια μια κατεύθυνση που ονομάζω “δυτικότροπη”. Συμβολιστική – έως και Σουρεαλιστική ενίοτε -  παραστατική, ανθρωποκεντρική δουλειά με πολλές φορμαλιστικές αναφορές στην Ιταλική Αναγέννηση, τους Γερμανούς και Φλαμανδούς Πριμιτιφ, την Neue Sachlichkeit και την Sezession. Εδώ, αποκλειστικό υλικό μου είναι το Λάδι, σε καμβά ή ξύλο, το αγαπημένο μου υλικό, το οποίο είχα αρχίσει να μελετώ από την εφηβεία ακόμα. Δεύτερη είναι η παραδοσιακή Ιαπωνική Ζωγραφική και όπως είναι αναμενόμενο, εδώ δουλεύω αποκλειστικά με γνήσια Σινική Μελάνη και Ιαπωνική Ακουαρέλα σε ιαπωνικά ρυζόχαρτα, ενίοτε και σε δυτικού τύπου χαρτιά ακουαρέλας. Τρίτη (και λιγότερο γνωστή γιατί προς το παρόν την κρατάω και κάπως “κρυφή”) είναι η Εικονογράφηση και το Κόμικ. Εδώ συνδυάζω μικτά υλικά και τεχνικές σε χαρτί: μελάνη, μαρκαδόρο, ξυλομπογιά, παστέλ, κάρβουνο, κιμωλία, μονοτυπία, ξυλοχαρακτική, ψηφιακή εκτύπωση. Επίσης δουλεύω και ψηφιακή ζωγραφική, είτε αυτούσια (με ψηφιακή ταμπλέτα και πένα) είτε επεξεργαζόμενος ψηφιακά εικόνες που έχω παράγει με “παραδοσιακά” υλικά και τεχνικές και τις έχω κατόπιν “σκανάρει” στον υπολογιστή. Όταν δουλεύω σ' αυτή την κατεύθυνση παίζω σαν παιδί και ξεκουράζομαι από την πειθαρχία που απαιτούν η “δυτικότροπη” και η “ιαπωνική” κατεύθυνση. Πριν καταλήξω στα παραπάνω, είχα πειραματιστεί και με το κολάζ, τις “ματιέρες” με κόλα, χαρτί και σκόνες, το ψηφιδωτό, την αυγοτέμπερα, την εγκαυστική, την χαλκογραφία, το afrescho, το ακρυλικό, δεν με κέρδισαν όμως σαν υλικά και τεχνικές. Σίγουρα θα ξαναπιάσω το ακρυλικό αν βρώ την ευκαιρία να κάνω κάποια μεγάλη τοιχογραφία, πράγμα που θα ήθελα πολύ. Επίσης σκοπεύω να εξερευνήσω την ξυλογλυπτική στο άμεσο μέλλον. Ποιός ξέρει τι θα προκύψει...


Ποιά είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχετε θέσει στον εαυτό σας ως ζωγράφος;

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70, ήρθα σε αντίθεση με όλες εκείνες τις ιερεμιάδες περί “θανάτου” της Τέχνης ή, ηπιότερα, των παραδοσιακών μορφών, μέσων, τεχνικών και υλικών Τέχνης τα οποία οι καλλιτέχνες που επιθυμούν να είναι “σύγχρονοι”, “οφείλουν” να αντικαταστήσουν με “νέα μέσα” και δια μιας αφαίρεσης ακραίας, σε σημείο που να “αφαιρεθεί” η ίδια η δημιουργική διαδικασία στο σύνολό της ουσιαστικά, να καταλήξουν σε μια “Τέχνη των καθαρών εννοιών”. Το κατά πόσον στέκουν παρόμοιες απόψεις είναι τεράστια κουβέντα για να γίνει εδώ, έχω γράψει ολόκληρο βιβλίο γι' αυτό το θέμα και ετοιμάζω και δεύτερο. Είναι πάντως γεγονός πως ΄ήδη από τη δεκαετία του '80 τις ασπάζονται και τις εκφέρουν ακαδημαϊκοί, θεωρητικοί, γκαλερίστες, curators, δημοσιογράφοι (βεβαίως, βεβαίως) και πολλοί καλλιτέχνες, σε ποσοστό που σήμερα ο Εννοιολογισμός καθορίζει τη φυσιογνωμία της main-stream  Τέχνης. Κατά την δική μου άποψη πάλι, κανένας από τους πολυποίκιλους διαφορετικούς δρόμους που έχει ανοίξει η Τέχνη από την Παλαιολιθική Εποχή, όταν εμφανίστηκε, μέχρι σήμερα, δεν έχει διανυθεί μέχρι το τέλος του. Ούτε πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο. Όποιο συγκεκριμένο δρόμο και ν' ακολουθήσει κανείς στην Τέχνη, πάντα θα υπάρχει κάτι καινούργιο ν' ανακαλύψει “μετά την επόμενη στροφή”. Όπως είχε επισημάνει ο Antonio Basoli, “Πρωτοτυπία στην Τέχνη είναι η ικανότητα να συνδυάζουμε τα φορμαλιστικά επιτεύγματα των προγενεστέρων με έναν νέο, πρωτότυπο τρόπο, ώστε να προκύπτουν νέες, πρωτότυπες φόρμες”.  Εκεί ακριβώς συνίσταται και η πρόκληση που έχω θέσει στον εαυτό μου: Ακολουθώντας όποιες θέλγουν εμένα προσωπικά, από τις αισθητικές κατευθύνσεις που έθεσαν προγενέστεροί μου ζωγράφοι περασμένων εποχών, να φτάσω πιο μακρυά από εκεί που έφτασαν εκείνοι. Πρόκειται για έναν στόχο ζωής βέβαια, που οι πιθανότητες να τον πετύχω κάποτε, στο μέλλον, είναι ανάλογες με το σε πόσο μεγάλη ηλικία θα φτάσω εξερευνώντας τη Ζωγραφική, η οποία άλλωστε είναι κατ' εξοχήν “τέχνη γερόντων”, όπως βεβαίωνε και ο μεγάλος Hokusai που ευχόταν να περάσει τα ενενήντα ώστε να προλάβει να μάθει πως να ζωγραφίζει “εικόνες με ψυχή”...

Τι να περιμένουμε να δούμε στην έκθεση σου στην Myrό Gallery;
Παραστατική, Συμβολική, Ανθρωποκεντρική Ζωγραφική, όπου αισιόδοξοι προσωπικοί οιωνοί αντιφάσκουν με απαισιόδοξους κοινωνικούς. Τα δεκατρία έργα της έκθεσης δημιουργήθηκαν μέσα σε μια περίοδο που είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν μπει η πρώτη πινελιά στο πρώτο έργο – και που φοβάμαι πως θα τελειώσει πολλά χρόνια μετά τη στιγμή που μπήκε η τελευταία πινελιά στο τελευταίο. Μιλάμε για μια περίοδο που εμφανίζεται και χειροτερεύει με εκθετικό ρυθμό μια γενεαλογία κρίσεων, όπου η κάθε μία προξενεί την επόμενη: Πρώτη - ως πηγή όλων των υπολοίπων - μια Αισθητική κρίση, που προξένησε μια Ηθική, που προξένησε μια Κοινωνική, που επέφερε μια Πολιτική, που γέννησε μια Οικονομική , που προξένησε μιαν Ανθρωπιστική. Αυτή η γενεαλογία μπορεί να συγκριθεί με μια σειρά από ρώσικες κούκλες με αντεστραμμένο όμως συμβολισμό: Κάθε μία κρύβει, περικλείοντάς την, την γενεσιουργό της αιτία, αντί το γέννημά της. Εάν ο θεατής παρατηρήσει προσεκτικά τους πίνακες κατ' αύξουσα χρονολογική σειρά, θα διακρίνει να εμφανίζεται και να εντείνεται συν τω χρόνω, μια σοβαρή αντίφαση: Αρχικά σχολιάζω, συμβολοποιώντας τες, τις προσωπικές μου καθημερινές εμπειρίες με μια ξένοιαστη, ευχάριστη, παιχνιδιάρικη, ονειροπόλα, συχνά χιουμοριστική διάθεση. Όσο όμως τα έργα γίνονται πιο πρόσφατα, μετεστιάζω στο να σχολιάζω - πάντα συμβολικά - τα βιώματά μου από τα καταστροφικά αποτελέσματα των Κρίσεων επάνω στην κοινωνία μας και στο να σατιρίζω και να καταγγέλλω ανελέητα, όποιες κοινωνικοπολιτικές οντότητες αντιλαμβάνομαι ως υπεύθυνες για την συλλογική συμφορά.


Από ποιούς ζωγράφους και άλλους καλλιτεχνικούς δημιουργούς σε κάθε μορφή και έκφανση των Τεχνών θα λέγατε ότι έχετε επιρροές;
Σαν συνειδητές αναφορές στο έργο μου μπορώ να αναφέρω: από ζωγράφους τους Θεοτοκόπουλο, Mantegna, Grünewald, Bosch, Goya, Dix, Rivera, de Lempicka και Balthus. Από σχεδιαστές comic  τους Enki Billal και Jean Giraud. Από μουσικούς τους Genesis, Pink Floyd, Grateful Dead, Gong και Scorpions. Από κινηματογραφικούς σκηνοθέτες τους Ηayao Miyazaki και Akira Kurosawa.

Επιδιώκετε συνέργειες με άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες, και την αλληλεπίδραση που μπορούν αυτές να επιφέρουν;
Συμμετέχω πολύ ενεργά στο κίνημα Stuckism International. Συγκροτείται από ζωγράφους κυρίως, προερχόμενους από 200 περίπου χώρες. Πολυπληθή παρουσία το κίνημα έχει στο Ηνωμένο Βασίλειο (απ' όπου και ξεκίνησε το 1999 και όπου ήδη συμπεριλαμβάνεται στην ύλη των τριτοβάθμιων καλλιτεχνικών θεωρητικών σπουδών), στις ΗΠΑ, στην Τσεχία και στην Ρωσία. Σε κάθε μια από τις υπόλοιπες χώρες μετράει από έναν έως πέντε καλλιτέχνες. Στην Ελλάδα είμαι μόνον εγώ, από το 2004. Η φυσιογνωμία του κινήματος δεν καθορίζεται από κάποια κοινά φορμαλιστικά χαρακτηριστικά - η ζωγραφική παραγωγή του είναι αξιοσημείωτα πολυποίκιλη - αλλά από ένα κοινό καλλιτεχνικό έθος, που χαρακτηρίζεται από την εμμονή (εξ' ου και το όνομα του κινήματος από τη λέξη “Stuck”) στην παραστατική ζωγραφική και την την απόρριψη της εμπορευματοποίησης της Τέχνης και του ανταγωνισμού μεταξύ των καλλιτεχνών που προκύπτει από αυτήν.

Υπάρχουν άλλα είδη τέχνης ή παραγωγής πολιτιστικού περιεχομένου (κινηματογράφος, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, μουσική, κλπ) που σας επηρεάζουν ή/και σας προκαλούν να συνδιαλεχθείτε μαζί τους στο έργο σας;
Γενικά μου αρέσει πολύ να αφηγούμαι ιστορίες μέσ' από τη ζωγραφική μου, ερχόμενος έτσι και σε πλήρη αντίθεση με το παράδοξο ταμπού που απαντώ συχνά στο νεο-ελλαδικό ακαδημαικό καλλιτεχνικό κατεστημένο, πως “η ζωγραφική οφείλει να μην αφηγείται”.  Σαν συνέπεια, με εμπνέει πολύ η πεζογραφία (ιδιαίτερα η fantasy fiction) και η μουσική. Επίσης πολύ το θέατρο, με την έννοια πως για να συνθέσω ένα ζωγραφικό έργο το αντιμετωπίζω πάντα σαν να ήταν μια θεατρική παράσταση, περιορισμένη να αφηγηθεί μια ιστορία σε μία μόνο σκηνή, παιγμένη από αμίλητους, ακίνητους, εκφραστικούς ωστόσο ηθοποιούς: κατ' επέκταση, συνεπώς, με εμπνέει αρκετά και το comic. Τέλος, συχνά με έχει εμπνεύσει και ο κινηματογράφος, ενίοτε δε και η ποίηση.

Συχνά διαχωρίζεται από ορισμένους καλλιτέχνες η εμπορικότητα, η πώληση των έργων τους, από την αποδοχή του κοινού, σα να ήταν δύο ξέχωρα και διαφορετικά πράγματα. Συντάσσεστε με αυτή την άποψη;
Ο δυτικός πολιτισμός μας από τις απαρχές του περιείχε το χρησιμοθηρικό στοιχείο, καθώς δε η χρησιμοθηρία κέρδιζε έδαφος έναντι των πνευματικών αξιών, φτάσαμε – ειδικά από την Βιομηχανική Επανάσταση κι ύστερα – χρήσιμο να θεωρείται μόνον ό,τι μπορεί να πουληθεί για χρήματα. Από αυτή την άποψη, Τέχνη που δεν μπορεί να εμπορευματοποιηθεί είναι εντελώς άχρηστη. Ωστόσο, πιστεύετε πως το ανθρώπινο πλάσμα νοιώθει την ανάγκη να κάνει τέχνη απλά προκειμένου να την πουλήσει? π.χ. Οι “πρωτόγονοι” ιδιοφυείς καλλιτέχνες που ζωγράφισαν τα αριστουργήματα στις σπηλιές του Lascaux, της Altamira, του Uluru τα έφτιαξαν για να τα ανταλλάξουν με κάτι που χρειαζόντουσαν? Νομίζω πως αν ήθελαν απλά να κάνουν ανταλλαγές, είχαν περισσότερο πρακτικές εναλλακτικές. Ας δούμε τώρα και την πλευρά του κοινού, τα ανθρώπινα πλάσματα που δεν νοιώθουν την ανάγκη ίσως να παράγουν τέχνη, αλλά απολαμβάνουν την Τέχνη. Γιατί ακριβώς την απολαμβάνουν, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο κάποιοι από αυτούς να διατίθενται να την ανταλλάξουν με χρήματα ή άλλα αγαθά? Ποια “πρακτική ανάγκη” τους καλύπτει? Καμία! Ωστόσο η ιστορική εμπειρία μας έχει δείξει πως δίχως Τέχνη να ατενίζουν, οι άνθρωποι νοιώθουν να τους λείπει κάτι σημαντικό, να θλίβονται, να αποπροσωποποιούνται, να εκβαρβαρίζονται. Από τη στιγμή λοιπόν που η Τέχνη αποτελεί πνευματική ανάγκη και του καλλιτέχνη και του κοινού, θα έλεγα πως ένα από τα μέτρα πολιτισμού μιας κοινωνίας  είναι το κατά πόσο είναι οργανωμένη έτσι που να διασφαλίζει, στους μεν καλλιτέχνες να ζουν αξιοπρεπώς, ενώ δημιουργούν ΄Τέχνη υποτασσόμενοι στις επιταγές της προσωπικής τους μούσας και όχι κάποιας “αγοράς”, στο δε κοινό να έχει πλήρη πρόσβαση στην απόλαυση αυτής της Τέχνης.


Αν ένας έφηβος σας πει ότι θέλει να γίνει εικαστικός, τι θα τον συμβουλεύατε να προσέξει/κάνει/περιμένει;
Κατ' αρχή θα τον/την προέτρεπα, θα τον/την εξόρκιζα μάλλον,  να εξειδικεύσει – σύμφωνα με τις προσωπικές του/της κλίσεις και επιθυμίες το “εικαστικός”.  Πρόκειται για έναν νεωτερικό όρο, εξαιρετικά αδόκιμο και καταχρηστικό, που περιλαμβάνει συλλήβδην τον ζωγράφο, το γλύπτη, τον χαράκτη, τον χρυσοχόο, τον διακοσμητή, τον γραφίστα, τον εικονογράφο, τον αρχιτέκτονα, τον φωτογράφο, αν δε τον ξεχειλώσεις λίγο, όπως συχνά συνηθίζεται, μπορεί να συμπεριλάβει και τους καλλιτέχνες του video, του κινηματογράφου, τους performers και ούτω καθ' εξής. Επειδή “εικαστικός” σημαίνει όσα, όποια και όσο θέλει ο καθένας απ' όλα τα παραπάνω, καταλήγει να μην σημαίνει απολύτως τίποτε, ένα είδος τσαρλατάνου πολυτεχνίτη κι ερημοσπίτη. Και δυστυχώς έτσι πάνε να δομηθούν στις μέρες μας και οι “εικαστικές σπουδές” όπου το ανυποψίαστο νέο παιδί θα διδαχθεί λίγο απ' όλα και τα πάντα σε ανεπαρκή βαθμό, βγαίνοντας από τη σχολή σε καθεστώς άγνοιας και σύγχυσης. Αφού λοιπόν θα ξεκαθάριζε το ποια ακριβώς εικαστική τέχνη θα ήθελε ν' ακολουθήσει, θα τον/την προέτρεπα να απαντήσει ειλικρινά στον εαυτό του/της αν την αγαπά τόσο που να διατίθεται να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι σ' αυτήν την Τέχνη, να περάσει μαζί της μια ολόκληρη ζωή σκληρή εργασίας και πειθαρχίας. Αν απαντούσε με βεβαιότητα “ναι” σ' αυτό, θα του/της επισήμαινα πως οι μόνες βέβαιες ανταμοιβές που δίνει η Τέχνη είναι αποκλειστικά ψυχικές, συναισθηματικές, διανοητικές, πνευματικές ενώ οι υλικές ανταμοιβές μπορούν να είναι πολύ σχετικές και να εξαρτώνται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες. Το σίγουρο είναι πως μόνο αν κάνει κανείς αυτό που πραγματικά αγαπά, θα νοιώθει ευτυχισμένος και θα το κάνει τόσο καλά που ακόμα και κάτω από δυσμενέστατες συνθήκες δεν θα χαθεί. Τέλος θα τον/την προέτρεπα πέρα από την δια βίου εμβάθυνση στην Τέχνη της επιλογής του/της να επιδιώκει επίσης να καλλιεργεί την ευρυμάθεια του Αναγεννησιακού ανθρώπου (καμία σχέση έχουσα με την “ευρεία πληροφόρηση επί παντός επιστητού” των ημερών μας). Οι μεγάλοι καλλιτέχνες της Αναγέννησης ήσαν μεγάλοι γιατί πέραν της Τέχνης τους είχαν επαρκείς γνώσεις Φυσικών και Κοινωνικοπολιτικών επιστημών, Φιλολογίας, φιλοσοφίας, Μηχανικής, μέχρι και στρατιωτικής τέχνης. Αυτή η ευρυμάθεια αποτελεί την “καύσιμη ύλη”, ώστε η έμπνευση να μην σβήσει ποτέ. Αυτά είχα πει στον γιο μου τον Λευτέρη, όταν δεκαεξαετής με είχε ρωτήσει αν θα τον συμβούλευα να σπουδάσει ζωγραφική.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ