Monday, 28 August 2017

EDITORIAL | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Όσοι έχουν εμπειρία από εκθέσεις σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, γνωρίζουν ότι ο ρόλος του Επιμελητή μπορεί να διαφοροποιείται τόσο ως προς τα καθήκοντα, όσο και ως προς τον τρόπο. Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως σε τρία σημεία:
(α) πόσο αναπτυγμένη είναι η αγορά του εμπορίου έργων τέχνης,
(β) πόσο ώριμος και εξοικειωμένος με τις τέχνες είναι ο ευρύτερος πληθυσμός της χώρας,
και,
(γ) την συνάρτηση ποιότητας/ποσότητας των προβαλλόμενων έργων τέχνης. Επιπλέον, πολιτιστικές διαφορές επιβάλλουν συχνά μικρές διαφοροποιήσεις στα αντικείμενα των επιμελητών.

Δεδομένου ότι ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος ως προς την πρόσληψη του εικαστικού έργου, ο πρώτος παράγοντας που διατυπώνεται, ήτοι η ανάπτυξη του εμπορικού τομέα της τέχνης, εξασφαλίζει την χρηματοδότηση, ώστε ο Επιμελητής να περιορίζεται στα σημαντικότερα από τα καθηκοντά του, που είναι η τεκμηρίωση του έργου ή/και η χωροθεσία (όχι παντού  και πάντα), στο πλαίσιο μίας ομάδας ειδικοτήτων που μπορεί να αναλάβει μέρος των υπόλοιπων δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα σε χώρες με εντονότερα αναπτυγμένη αγορά και μεγαλύτερο πληθυσμό, το μέρος της επικοινωνιακής προβολής αναλαμβάνει εξειδικευμένη ομάδα, την διαχείριση της προβολής μέσω του Τύπου άλλα άτομα ή ομάδες κλπ., καθώς η συνολική δαπάνη/επένδυση για αγορά έργων  τέχνης είναι σε θέση να στηρίξει καλύτερα την αγορά.

Η εξοικείωση του ευρύτερου πληθυσμού με τις τέχνες, ο δεύτερος παράγοντας που διατυπώνεται,   “λύνει τα χέρια” του Επιμελητή τόσο ως προς την χωροθεσία, η οποία  είτε δεν είναι τόσο απαιτητική, είτε είναι πιο απαιτητική, αλλά και ως προς την επιλογή αυτού καθαυτού του χώρου. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, που η εξοικείωση του πληθυσμού με τις εικαστικές τέχνες είναι πολύ μικρή, το κοινό τείνει να αξιολογεί καλλιτέχνες και τα έργα τους σε μεγαλύτερο βαθμό με αρνητικό ή θετικό πρόσημο, με εξω-εικαστικά κριτήρια, που συχνά αφορούν σε ένα υποφώσκον πολιτικό υπόβαθρο του θεατή (αναφέρομαι σε στρεβλώσεις του τύπου: “η εμπορική τέχνη δείχνεται στις γκαλερί, η εγκαθιδρυμένη στα Μουσεία και η πρωτοποριακή στα καφενεία”, ή “αν αρέσει δεν είναι ποιοτική τέχνη”, κλπ.) που προκαλεί ιδεοληπτικές διαμεσολαβήσεις στην θέαση της τέχνης αναφορικά με το που εκτίθεται τι, προκαλώντας “πονοκέφαλο” τόσο στους καλλιτέχνες που θα  επιθυμούσαν μία ευρύτερη απεύθυνση για το έργο τους, όσο και σε κάθε εμπλεκόμενο στην διαδικασία, και φυσικά  στον Επιμελητή.

Η συνάρτηση ποσότητας έναντι ποιότητας των προβαλλόμενων έργων τέχνης, δηλαδή ο τρίτος παράγοντας που διατυπώνεται, διαμορφώνει αλλά και εξυπηρετεί εντελώς διαφορετικές  ανάγκες. Εν προκειμένω, στην Ελλάδα παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια υπερμεγέθυνση της προβαλλόμενης εικαστικής παραγωγής, συχνά  παράλληλα με έλλειψη ποιοτικού κριτηρίου. Ακόμα και επιμελημένες εκθέσεις έχουν χαρακτηριστικά μη επιμελημένων εκθέσεων, αφού θεοποιείται ιδεοληπτικά η αδιαμεσολάβητη έκθεση και ευνοείται ο νεποτισμός: η συντριπτική πλειοψηφία των εκθέσεων που βλέπουμε συναρτάται ως προς την υλοποίηση της από τις γνωριμίες που έχει, όχι για να προωθήσει το έργο του (αυτό, καλώς ή κακώς, δικαίως ή αδίκως, είναι παγκόσμιο φαινόμενο της εποχής μας) αλλά απλώς για να εκθέσει. Το επιμελητικό κείμενο, σε πολλές περιπτώσεις, υπογράφουν άνθρωποι άσχετοι και κατά τις σπουδές, αλλά -και πολύ σημαντικότερο- κατά την γνώση και ενασχόληση με τον χώρο των εικαστικών τεχνών· κοντολογίς, με μικρή κατανόηση του εικαστικού έργου. Συνεπώς το συνολικό επίπεδο του υπερπροβαλλόμενου μέρους της σύγχρονης Ελληνικής εικαστικής παραγωγής παραμένει χαμηλό, ενόσω τα τελευταία 20 χρόνια παρατηρούμε αύξηση στον αριθμό νέων καλλιτεχνών  με ενδιαφέρον ή/και σημαντικό έργο, τους οποίους η εγχώρια αγορά αδυνατεί να στηρίξει, καθώς το έργο τους χάνεται μέσα σε έναν ορυμαγδό από δράσεις που δεν εφαρμόζουν κανένα ποιοτικό κριτήριο.  Παράλληλα, η έλλειψη καλλιτεχνικής Παιδείας του γενικότερου πληθυσμού, δεν αφήνει περιθώρια φυσικής διάκρισης των καλύτερων, αφού στην πραγματικότητα εφαρμόζονται με ακραίο τρόπο κριτήρια κοινωνικών σχέσεων, με αποτέλεσμα η αξία του έργου να παραγκωνίζεται ακόμη και εντελώς.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι αντιληπτό ότι ο ρόλος του Επιμελητή είναι εξίσου δύσκολος, όσο και αυτός του εικαστικού δημιουργού. Σε πολλές άλλες χώρες με αναπτυγμένη εικαστική παραγωγή εφαρμόζονται πιο αυστηρά κριτήρια επιλογής σε κάθε επίπεδο του χώρου της τέχνης, με αποτέλεσμα οι εικαστικοί καλλιτέχνες κάθε είδους,ύφους ή ακόμα και επιπέδου να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια βελτίωσης και προαγωγής του έργου τους, αλλά, και, το κοινό να μην καταπίνει άκριτα ό,τι του σερβίρεται, ώστε το έργο του Επιμελητή είναι περισσότερο επιδραστικό.




EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ