Sunday, 16 July 2017

Ιστορίες για γάτες | Κυνηγώντας μια ψεύτικη ομορφιά

-Γεια σας, ήρθα να πάρω αυτό που έγραφε η συνταγή γιατρού που σας άφησα.
-Έχει έρθει! Είναι πάρα πολύ καλό. Το χρησιμοποιώ και εγώ και αξίζει τα λεφτά του. Είναι πολλή καλή όλη η σειρά.
- Είναι κρέμα; Δεν γνωρίζω τι είναι, απλά το παίρνω για την ακμή.
-Είναι ορός. Και είναι πολύ καλός  ορός. Ξέρεις χρειάζεται να το έχει κάθε γυναίκα μαζί με τις κρέμες της κλπ. Και έχει τέλεια αποτελέσματα.
-Α, οκ. Ευχαριστώ. Εγώ δεν έχω χρησιμοποιήσει ξανά κάτι τέτοιο, το έγραψε ο γιατρός γιατί είναι στο τέλος  η θεραπεία για την ακμή, έχω σημάδια.
-Α ναι; Τότε να το δοκιμάσεις και να μας πεις την άποψή σου.
-Γεια σας.
-Γεια σας


Κυριακή 16 Ιουλίου 2017 - Αυτή ήταν όλη η συζήτηση στο φαρμακείο με την υπάλληλο που με εξυπηρέτησε. Ήταν πολλή εξυπηρετική και ευγενική . Της  φάνηκε  τόσο περίεργο που δεν ήξερα τι είναι το serum που αγόρασα όσο περίεργο φάνηκε και σε εμένα το ότι κάθε γυναίκα χρειάζεται να το έχει μαζί με τις κρέμες της κλπ.

Αφορμή για αυτό το κείμενο πήρα από την συζήτηση που προανέφερα, όμως ήταν κάτι το οποίο σκεφτόμουν για καιρό.  Δεν ξέρω κατά πόσο χρειάζεται λοιπόν το serum σε κάθε γυναικά, όπως δεν ξέρω και κατά πόσο χρειάζεται και σε εμένα που τελικά το αγόρασα. Μπορεί πολύ, μπορεί και καθόλου. Ωστόσο υπήρχαν τόσα προϊόντα εκεί μέσα που υπόσχονται μια καλύτερη εμφάνιση εκτός της καλής υγείας.  Και προϊόντα που όντως πολλές γυναίκες χρησιμοποιούν καθημερινά.  Κρέμες ημέρας, κρέμες νύχτας, κρέμες ματιών, serum, προϊόντα μακιγιάζ, προϊόντα ντεμακιγιάζ, πίλινγκ προσώπου, πίλινγκ σώματος, και πολλά πολλά ακόμα.

Πάντα η άποψή μου για την ομορφιά, ήταν πως η καθαριότητα και η απλότητα σε κάνει όμορφο. Τα καθαρά μαλλιά, τα καθαρά ρούχα, τα πλυμένα δόντια, τα κοντά νύχια.
Αλλά όλο και περισσότερο καταλαβαίνω πως αυτό, δεν αρκεί για να αισθάνονται όλοι όμορφοι. Και ορισμένες φορές ίσως να συμβαίνει κατά κάποιον τρόπο και το αντίθετο από αυτό που εγώ θεωρώ όμορφο.  Τα καθαρά μαλλιά ας πούμε έχουν αντικατασταθεί από κολλημένες τρίχες με λακ προσπαθώντας μάλιστα να πετύχουν φυσικό αποτέλεσμα! Τα πρόσωπά τους, δεν αναπνέουν από πούδρες και μπετό. Τα φρύδια τους μοιάζουν ζωγραφισμένα με λιπαρό μαρκαδόρο και οι αισθητικοί δεν προλαβαίνουν να κολλάνε βλεφαρίδες και νύχια. Κυνηγώντας μια ψεύτικη ομορφιά. Κάνοντας τα πάντα για να προλάβουν τον χρόνο. Μα ο χρόνος δεν πάει ούτε μπροστά ούτε πίσω. Ο χρόνος είναι ένα συνεχές παρόν που σου δίνει την ευκαιρία να απολαύσεις όλες τις φάσεις αυτού που είσαι. Είσαι παιδί, είσαι έφηβος, είσαι ενήλικας μεσήλικας και ηλικιωμένος.  Δεν έχει γούστο να είσαι στην εφηβεία και να προσπαθείς για μια ενήλικη εικόνα, όπως δεν έχει γούστο να είσαι “γέρος” και να παλιμπαιδίζεις.

Η λέξη γέρος, όσο κακή και αν ακούγεται κατά βάθος κρύβει μεγάλη σοφία. Κάποιος που έχει γεράσει, είναι γεμάτος από αναμνήσεις, εμπειρίες, δουλειά. Είναι ένας άνθρωπος γεμάτος. Το πρόσωπό του μπορεί να έχει ρυτίδες, που δεν είναι τάση φέτος, ούτε και θα είναι ποτέ,  όμως αυτές οι ρυτίδες,  χτίστηκαν από το χρόνο. Είναι ένα αριστούργημα του χρόνου, που επικοινωνεί μαζί μας, για να μας δείξει πόσο αυτός ο άνθρωπος γέλασε στη ζωή του, στεναχωρήθηκε, ταλαιπωρήθηκε, πόνεσε. Είναι σαν η κάθε του έκφραση, κάθε στιγμή της  ζωής του να ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο αυτό. Απεικονίζοντας ένα πρόσωπο που έχει πολλά να διδάξει. Ένα πρόσωπο με ιστορία. Ένα πρόσωπο σοφό.  Το ίδιο εκφραστικά, είναι τα χέρια. Τα οποία γερνάνε με τον ίδιο τρόπο. Τα χέρια στον άνθρωπο, είναι σαν το δεύτερο πρόσωπο. Μέσα στα χέρια μπορείς να δεις πολλά. Τον κόπο, το άγχος, τα επίπεδα αυτοεκτίμησης και πολλές φορές όσο κακιά αν ακουστώ, τα επίπεδα IQ . Ναι είπα τα επίπεδα IQ.


Θέλω πολύ να διηγηθώ μια ακόμα ιστορία. Καθημερινή. Του καφέ. Μπήκα σε ένα κατάστημα για να πάρω καφέ στο χέρι. Υπήρχαν τόσα πράγματα να παρατηρήσω εκεί μέσα ή ακόμα και να αδιαφορήσω. Την προσοχή όμως μου τράβηξε η κυρία που στεκόταν δίπλα μου και περίμενε τον δικό της καφέ. Ήταν κοντά στα 45-50. Είχε πιάσει κουβέντα με την κοπέλα που έφτιαχνε τον καφέ και της έλεγε με πολύ δυνατό τόνο φωνής σε ποια κομμώτρια έφτιαξε τα μαλλιά της, αν οι μπούκλες της αρέσουν ή όχι και αν θα χρησιμοποιούσε την ξανά την ίδια μάσκα μαλλιών κλπ. Δεν έκανε πολλή ώρα να ετοιμαστεί ο καφές μου, πρόλαβα όμως να παρατηρήσω καλά αυτή τη καθημερινή κυρία. Τα νύχια της ήταν κόκκινα, μακριά πλαστικά και γαμψά. Φαινόταν να έχει πέσει δουλειά επαρχιακής επαγγελματία εκεί πάνω. Τα μαλλιά της καστανά και φουσκωτά, τόσο φουσκωτά που όταν τα κοιτούσα σκεφτόμουν πως η συγκεκριμένη κυρία θα φτιάχνει και ωραία τσουρέκια. Φορούσε μπλε στολή, και είχε πάνω της όπλο. Το τελευταίο βλέμμα μου, στάθηκε στο όπλο και έπειτα πήρα τον καφέ μου και έφυγα.

Μπροστά μου, είχα δει μια κυρία που προσπαθούσε μέσω της Αισθητικής να προλάβει τον χρόνο, όμως πάνω της κουβαλούσε κάτι το οποίο μπορεί να σταματήσει τον χρόνο για κάποιον άλλο.
Δεν γνωρίζω αν το όπλο της λοιπόν ήταν γεμάτο ή άδειο. Αν ήταν αληθινό ή νεροπίστολο. Αυτό που δηλώνει όμως το συγκεκριμένο αντικείμενο, κουβαλάει πάνω του μεγάλο βάρος. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση που είχε μαζί της όπλο. Είναι τόσο δεδομένο, τόσο απαρατήρητο. Φυσικά και μπορούσε αυτή η γυναίκα να οπλοφορεί σαν επαγγελματίας. Όμως εγώ δεν έβλεπα πουθενά επαγγελματισμό. Το μόνο που έβλεπα ήταν έναν άνθρωπο που φοβόταν μη γεράσει. Μία γυναίκα που φοβόταν να γίνει σοφή· μία που με τα κόκκινα, γαμψά της νύχια, μπορούσε να πατήσει τη σκανδάλη, κάπου, κάποτε και να στερήσει  πιθανότατα  από κάποιον άλλον το δικαίωμα να γεράσει.

Από εκείνη τη μέρα, όταν ακούω συζητήσεις για νύχια, μακιγιάζ κλπ, θέλω απλά να τους δείξω πως δεν έχω φτιαγμένα νύχια. Γι' αυτό μου τη σπάει όταν μου μιλάνε σαν να έχω φτιαγμένα νύχια. Μόνο φαγωμένες παρανυχίδες έχω, από το άγχος μου μη τυχόν και δεν προλάβω να γεράσω.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ