Saturday, 10 December 2016

An Athenian Outsider | Στους Δελφούς δεν τρέμουν για κατολισθήσεις

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016 - Το κέντρο των Δελφών ήταν ένας στενός επαρχιακός δρόμος χωμένος σε μια απότομη πλάγια του Παρνασσού, με ρουστικ ξενοδοχεία τριών ορόφων και λιτής εξυπηρέτησης, ένα δυο μαγαζιά τουριστικών ειδών για τους μανιακούς των σουβενίρ και ένα καφεστιατόριο σε προνομιούχα θέση που από κάτω του έχασκε σα ψεύτικος ο Κορινθιακός.
Πάνω ακριβώς απ το δρόμο, δέσποζαν ξέφραγοι όγκοι απογυμνωμένων βράχων έτοιμοι  θαρρείς να αποκολληθούν απ τη θέση τους και να ρθουν να σε πλακώσουν εκεί που έπινες τον καφέ σου. Οι κάτοικοι της περιοχής  είχαν μεγάλη πίστη στις καλές διαθέσεις τις φύσης φαίνεται. Αυτή η χώρα δυό μόλις  ώρες μακριά απ' τα όρια της πρωτεύουσας της, δεν έπαυε στιγμή να σου υπενθυμίζει τον θυμαρίσιο της πρωτογονισμό.

Το αμάξι μ' άφησε  κάπου στο μέσον της  "Βασιλέως Παύλου". Ευχαρίστησα τον οδηγό, έναν φιλότιμο Αιγυπτιολόγο με  καταπραϋντική φωνή σαν αυτές των αφηγητών στα ντοκιμαντέρ,   που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου προτείνει να με φέρει  προκειμένου  να μην υποστώ τη δοκιμασία  των ΚΤΕΛ.   Κάθε τόσο, ανάμεσα στα κοπάδια  των  ιδιοτελών  καθαρμάτων με τις χιλιάδες  πίσω σκέψεις που συναντούσες   σε όλους σχεδόν τους  χώρους των τεχνών,  γνώριζες   και  καμιά πραγματικά αγνή ψυχή  που έτυχε να βρίσκεται  εκεί από σπόντα.

Ο λόγος που 'χαμε κουβαληθεί ως εκεί ήταν  το άπαξ ανέβασμα μιας σπονδυλωτής  παράστασης με  ανάκατα μέσα ποίηση, πρόζα και μουσική. Φιλόδοξο εγχείρημα μιας  παράξενα νευρωτικής σκηνοθέτιδας   γνωστής μου απο μια σχολή υποκριτικής.

Τίτλος της παράστασης ήταν "Απ' τις Θερμοπύλες έως τον Γοργοπόταμο- Η πορεία του Ελληνισμού  εις το διηνεκές".

Ολες σχεδόν οι δουλειές της εν λόγω, είχαν τη λογική του  κολλάζ.
 Ο Κάλβος έδινε τη σκυτάλη στον Καβάφη, ο Καβάφης την έδινε με τη σειρά του στον Μπάϋρον, εκείνος στον  Ελύτη (που δεν είχα και  σε μεγάλη υπόληψη ) και κάπου εκεί ανάμεσα ξεφύτρωνε και ένας πραγματικά βασανισμένος  πρόσφυγας ποιητής απ το Ιράν  που θα απήγγειλε  ένα ποίημα παραγωγής του στα Πέρσικα για να αποστείλουμε  και το οικουμενικό  μας μήνυμα στο μπολιασμένο  απο ανέξοδες προοδευτικότητες κοινό.

 Η σκηνοθέτις, ονόμαζε αυτούς τους  αχταρμάδες  ¨ελεγείες στην απώλεια¨   και παρά το επίπονο της προετοιμασίας  τους ώσπου  να φθάσουν  μια μέρα να παιχτούν σε κοινό,  ούτε που τις  θυμόσουν μετά  φεύγοντας.



Οι πρόβες κράτησαν δυο εξαντλητικούς μήνες σε μια υπόγεια αίθουσα δοκιμών της λυρικής.
Ο θίασος ήταν μια σειρά από άψητους σπουδαστές δραματικής μαζί  και μια πολύ συμπαθής σε μένα,  βετεράνα  τραγωδός  που αποτραβηγμένη πια απ τα φώτα  ήθελε να ξανανιώσει  τη συγκίνηση  μιας παράστασης σε αρχαίο θέατρο,  με ό΄τι  μικρότητες και άκομψες υποδείξεις  (ενώπιον τρίτων)  αυτό  συνεπαγόταν.

Εγώ θα έκανα τον αγγελιαφόρο που ενδιάμεσα απ' τη δράση θα ερχόμουν σφήνα  για να πω δυο ποίηματα του Καβάφη σε  μορφή απλής καθομιλουμένης.

Χωρίς να το θες αισθανόσουν ότι είχες μπλέξει πάλι σε κάτι που ούτε χρειαζόσουν, ούτε θα σε πήγαινε πιο μπροστά  απο κει που ήσουν ήδη.

Το δρώμενο  διέθετε  και άφθονη μουσική  για να καλύπτεται έτσι ο κραυγαλέα αποσπασματικός του  χαρακτήρας. Για  αυτή  τη δουλειά  λοιπόν επιστρατεύθηκε ένας  εξαιρετικά  γλοιώδης  έντεχνος τραγουδιστής  ένα και εξηνταπέντε  με κοψιά ξωτικού, που ό'τι του έλειπε σε μπόι το χε πάρει  σε ποιοτικίζοντα  στόμφο.

Είχε την πρόνοια πριν απο μερικά χρόνια να στεφανωθεί  την κόρη ενός δημοφιλούς  συνθέτη με διασωσμένο  το έργο του στα υψηλότερα  διαμερίσματα  της συλλογικής ψυχής.  Η αντιπάθεια που αναπτύχθηκε ανάμεσα σε μένα και αυτόν τον "παλιάτσο που του πήγαν όλα πρίμα"  με το που αντικρυστήκαμε, ήταν τόσο κεραυνοβόλα, που έμοιαζε  με έρωτα σε πεζοδιάβαση.

Λίγα μέτρα έξω απ' το ξενοδοχείο  είδα να ξεφορτώνει τις αποσκευές του  απ' το αμάξι ο μαέστρος και αρχιμουσικός όλου αυτού του τουρλού από σπαράγματα. Έπρόκειτο για ένα άσημο συνθέτη έλαφράς μουσικής με κοτσίδα και μούτρο παραδόπιστου  μαθητή του Ιησού, που στην Αθήνα  έκανε καριέρα κυρίως ως μισθοφόρος πιανίστας  στη μπάντα του διάσημου πεθερού του τραγουδιστή.

   Η παράσταση είχε αρχαιοπρεπή δομή για αυτό λοιπόν τούτος ο μουσουργός "με την ώρα"  πρότεινε χωρίς πολλά, πολλά  για τη θέση της  "κορυφαίας του χορού"   τη  λατρευτή  συμβία του.  Μια δευτεροκλασάτη ηθοποιό της τηλεόρασης  που δε θυμόσουν που ακριβώς την είχες δει να παίζει για το λόγο του ότι οι ερμηνείες της ήταν απ αυτές που  σε έκαναν να αναρωτιέσαι  αν υπήρχε όντως σκηνοθέτης  στο πλατό τη στιγμή του γυρίσματος που να ελέγχει αν τα λεγαν καλά οι ηθοποιοί του.

Μου προκαλούσε θλίψη  το πως ο χώρος του πολιτισμού  είχε τόσο πολύ πια  καταληφθεί από υποκείμενα του στυγνού μέσου όρου χωρίς καμιά φινέτσα η  ιδιαίτερο προσόν, άλλο απ το ότι ήξεραν να αρπάζουν  σα κυνηγόσκυλα μια ευκαιρία που έτυχε να παρουσιαστεί μπροστά τους. Η  έλλειψη αρχοντιάς και η γνήσια κατοχική λίμα στο βλέμμα,  ήταν απ τα πράγματα  που αμοίβονταν αδρά   σ αυτό τον τόπο.

Η τύπισσα στο φουαγιέ του ξενοδοχείου  ήταν μια λυγερόκορμη  καστανή  Αραχωβίτισσα κοντά στα τριάντα, με ήδη  τρεις εγκυμοσύνες  στο ενεργητικό της, αν εκρινα απο μια οικογενειακή φωτογραφία  τοίχου πίσω της,  που  έχοντας κλείσει πια ως αντικείμενο ανάρμοστων ανδρικών επιθυμιών    το μόνο που την ένδιεφερε  ήταν να εξακολουθούν να  υπάρχουν κρατήσεις στο μικρό της χάνι.  Τη χαιρέτησα εγκάρδια  χωρίς τίποτα  πιο προσωπικό να κρύβεται κάτω απ' αυτό, πήρα αυτό το κλειδί με το  βαρίδι του κατάδικου από κάτω,  και ανέβηκα στο δεύτερο πάτωμα.
    Το δωμάτιο ήταν ο ορισμός του μίνιμαλ. Ένα καλοστρωμένο  κρεβάτι με ένα διπλωμένο προσόψι στο μαξιλάρι, μια μικρή τηλεόραση δεκαοχτώ ιντσών για να μη νιώθεις ότι αυτοί  οι ορεσίβιοι εδώ πάνω δεν είχαν επαφή με το τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο  και ένα  έπιπλο  με καθρέφτη για να τσεκάρεις αν είσαι για να κυκλοφήσεις  έξω.   Όπως καταλαβαίνετε το καλύτερο που προσφέρονταν να κάνεις εκεί μέσα   ήταν ένας ύπνος.
Άφησα όπως ήταν τα μπαγκάζια που κρατούσα  σε μια καρέκλα αντίκα  και κατέβηκα να πιω ένα καφέ  στην οροφοκαφετέρια με την ιλιγγιώδη  θέα.

Πέρασα την είσοδο του καφέ σα να ΄ρχομουν εδώ από παλιά. Ο υπάλληλος μου βρήκε το καλύτερο τραπέζι  στην άκρη της βεράντας,  Οι πάντες γίνονταν πρόσχαροι και εξυπηρετικοί αν δεν σ είχαν ξαναδεί  στα μέρη τους και νόμιζαν  ότι είχες σοβαρή  δουλειά να κάνεις εκεί.

Απ το προνομιούχο τραπέζι μου χάζεψα το  πέλαγο.  Ήταν κυριολεκτικά σαν να κρεμόσουν από ένα ταπεινό κομάτι τσιμέντο ενώ  ο μεγάλος και άπατος  ωκεανός  έχασκε απο κάτω σου περιμένοντας στωικά να σε καταπιεί.

Τα υπόλοιπα  μέλη του θιάσου δεν άργησαν να κατακλείσουν τη βεράντα. Ο συμπαθής Αιγιπτιολόγος με τον οποίο είχα συνταξιδέψει και η Ναυσικά, μια οξυμένης αντίληψης συμφοιτήτρια μου απ τη σχολή, χωρίς ιδιαίτερη φιλοδοξία να προκόψει στην υποκριτική,  ήρθαν εκεί που καθόμουν και κάλυψαν τις ορφανές θέσεις.

Και για να μεταφυσικολογήσω λίγο, το μέρος σου έπιβεβαίωνε απόλυτα  την ύπαρξη ενός ευγενούς μαγνητικού πεδίου. Κάτι ανάδινε το έδαφος εκεί πάνω, που σε έκανε να αισθάνεσαι  απρόσβλητος  απ' τις νόσους και τα δεινά των πεδινών.
Έπειτα απο λίγο είδα να καταφθάνουν και οι μουσικοί της παράστασης. Ένας υπερβολικά αγχώδης μη δε φανεί  ευχάριστος στο σινάφι του  γαμψομύτης τσελίστας  με στρόγγυλα γυαλιά μουσικοσυνθέτη  της ρομαντικής περιόδου  και ένας ντραμίστας  με αγριόφατσα και ξυρισμένο κεφάλι που θα λεγες πως τον ελεύθερο του χρόνο εργάζονταν ως υπεύθυνος στη φύλαξη κάποιου μεγαλέμπορου ντόπας. Παρά τους δυο μήνες της κοινής μας  συνύπαρξης σε κείνη την υπογα της λυρικής δεν είχαμε καταφέρει να έρθουμε πιο κοντά μεταξύ μας. Ήταν ξεχωριστό κράτος αυτό των μουσικών, σε άφηναν να καταλάβεις,  απ αυτό των  θεατρίνων. Αν έκρινα  απ την ποιότητα  των αστεϊσμών  που έκαναν μεταξύ τους  καθώς κι  απ' τον  τρόπο που πάσχιζαν να δείξουν ότι  παραδέχονταν ιδιαίτερα  ο ένας την καλλιτεχνική αξία  του άλλου, δε πρέπει να ταν και πολύ βέβαιοι για το τι τους ξημερώνει σ αυτή τη δουλειά.  Ο τρόμος του μη βρεθούν από  δικό τους λάθος χειρισμό  στην μεγάλη  απέξω του επαγγέλματος,  τους έκανε ασυναίσθητα  να συμπεριφέρονται σαν υποκείμενα .
Αποτέλειωσα τον καφέ μου. Κοίταξα  πάλι  στο τραπέζι  των μουσικών  και τους είδα να σηκώνονται με εξεζητημένο τρόπο  απ τη θέση τους  για να αποτίσουν  τον απαραίτητο φόρο τιμής στον γαλύφη  τραγουδιστή  όταν  αυτός  ήρθε  με τη σειρά του να θαυμάσει τη θέα. Η κοροιδία  σ αυτή την περίπτωση ήταν αμφίδρομη.  Τους χαιρέτησε έναν, έναν  χτυπώντας τους  την  παλάμη με τη δική του  σαν αλάνι της γειτονιάς που δεν το χαν αλλάξει η επιτυχία και τα χρόνια.  Το κάθαρμα. Προσποιούνταν μια  απλότητα που δεν εννοούσε φυσικά  ούτε για αστείο, προκειμένου να φανεί  στους έξω ότι ήταν κάποιος που καταργούσε τις αποστάσεις με τους μουσικάντηδες ενώ  αυτό που κατάφερνε  επί της ουσίας ήταν  να τις διατηρήσει  στο ακέραιο.
Αναρωτήθηκα ποια σχολή πολέμου να είχε βγάλει με άριστα αυτή η σαλαμάνδρα  των "σεμνών τρόπων¨  και ευχήθηκα αν οι Δελφοί είχαν τις δυνάμεις που φημίζονταν ότι είχαν να του  σπαγαν λίγο τον τσαμπουκά.
Η παράσταση ήταν  την επομένη,  άρα σήμερα  έπρεπε να έχουμε μια  πρώτη επαφή   με το αρχαίο θέαστρο του Φρυνίχου για να πάρουμε την κρυάδα.
Ύστερα απο ένα ονειρεμένο γεύμα σε ένα ταβερνάκι που βρισκόταν  δίπλα ακριβώς απ την οροφοκαφετέρια και έναν γρήγορο  καφέ στο   Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών που το εσωτερικό του  θύμιζε μουσείο χωρίς τα εκθέματα, δόθηκε ordino  να μαζευτούμε στο αρχαίο θέατρο.
Με τον απογευματινό ήλιο να βαρά ακόμα κατακέφαλα ξαμολυθήκαμε στο μέσα χώρο του θεάτρου   που είχε στρόγγυλη διάταξη  πιάτου που του έλλειπε το ένα τέταρτο.
Μια βαρεμένη με τις αύρες,  θεατρολόγος και μέλος του θιάσου,απ αυτές που ηδονίζονταν να νιώθουν περιττό δέος για τις αρχαιότητες έβγαλε τα παπούτσια της "για να γειωθεί" όπως είπε με το έδαφος.  Και γω που πίστευα ότι δε μπορεί κάποια να μοιάσει περισσότερο ηλίθια  απ όσο σου χε φανεί αρχικά,  διαψέυστηκα με μιάς.
 Η απαγγελία  της κορυφαίας, με την οποία  θα άνοιγε το προφορικό κομμάτι του δρώμενου ήταν  ένα απευθείας  παρμένο από ατυχές ανέβασμα των "Τρωάδων"  πράμα, δίχως στάλα ψυχή στο παίξιμο της.  Η φωνή της ήταν στακαρισμένη  σε μια αφύσικα  μπάσα συχνότητα φέρνοντας σε  έφηβη που προσπαθεί να μιμηθεί το πως μιλά ένας ενήλικας συγγενής της.  Η σκηνοθέτις ακούγοντας πόσο στράφι είχαν πάει οι οδηγίες της τους  δυο τελευταίους μήνες, της έκανε νόημα να σταματήσει.
"Δηλαδή για να καταλάβω, αυτή τώρα είναι η καλή σου φωνή;"
"Τι εννοείτε; ναι, αυτή είναι η φωνή μου".
"Δε νομίζω. Εκτός και είσαι εγγαστρίμυθη  ή έχεις καταληφθεί από κανένα ακάθαρτο πνεύμα".  Τα υπερήφανα μούτρα της επαγγελματίου θεατρίνας  που έπαιζε στα δάχτυλα την αρχαία δραματουργία, σα να κρέμασαν  λίγο μετά απ αυτό.
"Κορίτσι μου όταν λέμε πως θέλω να ακουστεί κάτι εσωτερικά δεν εννοώ να κάνεις το στόμα σου σα χωνί και να ακούγεσαι σαν εφημεριδοπώλα που φωνάζει ¨έκτακτο παράρτημα¨".  Στο σημείο αυτό μου ρθε να καγχάσω  δυνατά αλλα σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο θα κρίνονταν ως πολύ αντισυναδελφικό και έτσι το πνιξα στην κούνια.
Κοίταξα προς τη μεριά του αρχιμουσικού συζύγου της να κόψω καμιά αντίδραση αλλά δεν είδα να συγκινείται και ιδιαίτερα που προγκούσαν έτσι το "φώς των ματιών του".
Γνώριζε άλλωστε πολύ καλά πως η λατρευτή συμβία του είχε τόσο υποκριτικό ταλέντο όσο κι ένα παλιό ζευγάρι κάλτσες.
Σαν έφθασε η σειρά μου να πω το κείμενο μου  η σκηνοθέτις με προέτρεψε να τα πώ όσο πιο μπροστά απ τη σκηνή γίνεται. Κάτι τέτοιο όμως θα  με εξέθετε απευθείας στα παγερά βλέμματα των θεατών. Δε σφάξανε. Αρνήθηκα λέγοντας πως μ αρέσει να κρατώ αποστάσεις απ το κοινό,  έτσι και κείνη συμβιβάστηκε  με το να σταθώ και να τα πώ  όπου  ένιωθα πιο άνετα.
'Ηταν έξυπνη δεν ξέπεφτε σε περιττές επιδείξεις ισχύος  με τους πιο επίφοβους να τα βροντήξουν κάτω  τελευταία στιγμή.  Μετρούσα ήδη δυο εθελούσιες   αποχωρήσεις από παλαιότερες δουλειές  της  και έτσι δε θέλησε να το ρισκάρει.  Είπα τους στίχους του Καβάφη από τη "Σατραπέια" και τις "Θερμοπύλες" σα να χαν γραφτεί  ακριβώς για την περίπτωση μου. Τόσο, που οι πάντες εκεί πέρα νόμισαν ότι είχα βάλει τα δυνατά μου.
Είμασταν μια τυχαία σύναξη ασύμβατων μεταξύ τους προσώπων που πιθανότατα να μην είχαμε ούτε ¨καλημέρα¨αν το φέρνε ξανά  η μοίρα να συναντηθούμε.  Μοναδικά παράλληλοι από ενδιαφέροντα και βίους.
Επόμενη στον κατάλογο ήταν η βετεράνα τραγωδός.  Βγήκε και μίλησε με σταθερή, γεμάτη  απεύθυνση φωνή  κοιτώντας στα αδειανά διαζώματα, σα να ταν κατειλημένα από ανθρώπινες παρουσίες.     Η σκηνοθέτις παρότι δεν είχε κάτι να της προσάψει, εν τούτοις είπε να της χαλάσει τούτη  την φαντασίωση επανόδου στην οποία έμοιαζε να είχε μπει.
"Πολύ καλά αλλά μη στέκεσαι σαν κούτσουρο Ευτυχία όσο τα λές.  Κινήσου περιμμετρικά της σκηνής. Θέατρο υποτίθεται ότι κάνουμε δε παίζουμε "αγαλματάκια, ακούνητα κι αμίλητα"".
"Απλώς σκέφτηκα ότι.."
"Δε σε πήραμε για να σκέφτεσαι  Ευτυχία αλλά για να υπηρετήσεις το κοινό όραμα" την έκοψε άγαρμπα  η σκηνοθέτις. "Εξαλου δε σου πρότεινε κανένας να λάβεις μέρος,  αν θυμάμαι καλά. Μόνη σου ήρθες και με παρακάλεσες να σε εντάξω  σ αυτή την παράσταση. Κάνω λάθος;".  Η βετεράνα τραγωδός δεν απάντησε. Υπέμεινε βουβά τούτο το  χτύπημα κάτω απ τη ζώνη  σφίγγοντας απλώς τα χείλη.                
 'Οταν σιγουρεύτηκα πως οι εκλεκτοί συνάδελφοι  δε χρειάζονταν άλλο τις "πολύτιμες υπηρεσίες μου"|,  ανέβηκα στο μεσαίο διάζωμα και προσπάθησα να το χαζέψω λίγο από μακριά σαν θεατής.  Δεν ήταν ούτε κακό, ούτε κάτι το σπέσιαλ. Ήταν  κάτι αντιστρόφως ανάλογο του χρόνου  προετοιμάσίας του όπως και τα άλλα της εν λόγω σκηνοθέτιδος.  Έγειρα λίγο πίσω να πιάσω τι μήνυμα μου έστελναν οι βράχοι καθώς και  η ομφάλια αυτή περιοχή του θεάτρου.  Και ο χρήσμος ήταν πως θα ήταν απλώς  μια παράσταση ¨του αγνώστου στρατιώτη¨ ακόμα. Δίχως ιδιαίτερες εκπλήξεις και  μυσταγωγίες ενδιάμεσα. Μια υπεραστική εμφάνιση (πλην του καβατζωμένου έντεχνου τραγουδιστή)  ενός τσούρμου έντιμων  ως επί το πλείστον  ανθρώπων, που τίποτα σπουδαίο σε καριέρα δε θα ανοίγονταν μετά απ αυτό στη ζωή τους.  Ζήτησα να μου πει αν θα τα σκάτωνα κάπου άυριο ξεχνώντας  τα λόγια μου την κρίσιμη στιγμή και μου αποκρίθηκε πως τίποτα τέτοιο δε θα συνέβαινε. Ούτε θρίαμβος, ούτε μεγάλο ρεζιλίκι, μου ψιθύρισε δια μέσου μιας γλυκιάς  αύρας  ο Παρνασός και έχοντας αυτή την απόκοσμη  διαβεβαίωση  μπήκα στον αυτόματο χαζεύοντας τους συμπαίκτες μου απο κάτω  να ματαιοπονούν έκαστος κι όλοι μαζί,  για το απόλυτο τίποτα.

EDITO | Ο ρόλος και η επίδραση του Εικαστικού Επιμελητή

Ο γράφων, ως επιμελητής της έκθεσης
του ζωγράφου Μιχάλη Τσίνογλου
στην Myrό Gallery, τον Οκτώβριο του 2016,
στην διάρκεια του στησίματος,
φωτογραφημένος από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
©Φωτογραφία: Μιχάλης Τσίνογλου,
All rights reserved, 2016.

Ο ρόλος του Επιμελητή και της εικαστικής επιμέλειας έχει παραμείνει σε ένα καθεστώς θολής αιώρησης στο κενό στην Ελλάδα σήμερα, με αποτέλεσμα πολλά να λέγονται, λίγα να γράφονται και σε πολλές ασυμφωνίες να οδηγούν. Συνεπώς σε αυτό το άρθρο θεωρώ άστοχο να ασχοληθώ με το τι είναι και τι δεν είναι Επιμέλεια -όπως άλλωστε θα ήταν εξίσου άστοχο να ασχοληθεί κάποιος με το τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Θα ασχοληθώ με το τι μπορεί να κάνει ο Επιμελητής σήμερα και τι μπορεί να περιμένει καθένας από αυτόν στην Ελλάδα· διότι η αποτελεσματικότητα κάθε επαγγελματικής ενασχόλησης, δεν είναι διάφορη από τις δυνατότητες του ευρύτερου χώρου της  Τέχνης και την ωρίμανση του χρόνου που λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα.

Ορισμένως, ο ρόλος της Επιμέλειας είναι να φροντίζει για μια ορθή πρόσληψη του συνόλου του εννοιολογικού περιεχομένου μιας έκθεσης αδιαχώριστα μαζί με τις αισθητικές επιλογές και τα επιδραστικά στοιχεία που επιλέγει για τα έργα του ο καλλιτέχνης απευθυνόμενος στο κοινό του, ειδικό ή/και γενικό. Ο  ρόλος της Επιμέλειας μιας σειράς έργων περιλαμβάνει την Έκθεση και Τεκμηρίωση τους με στόχο την καλύτερη πρόσληψη τους από το γενικότερο, και όχι μόνο το στενοκέφαλα εννοούμενο σαν  “φιλότεχνο” κοινό. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Επιμελητή είναι καίριος, καθώς ουσιαστικά χτίζει γέφυρες και εισάγει στην ουσία του έργου του καλλιτέχνη και των έργων που αποτελούν την Έκθεση τους θεατές του με το Επιμελητικό Κείμενο. Πέραν του Επιμελητικού Κειμένου,  σημαντική θεωρείται η Επιλογή Έργων που θα εκτεθούν και η Χωροθεσία των έργων Τέχνης στον δεδομένο χώρο της έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ύφος ή/και το περιεχόμενο έργων που έχουν παραχθεί την ίδια χρονική περίοδο δεν εντάσσονται αρμονικά σε μια σειρά έργων που δημιουργήθηκε την ίδια περίοδο, συνεπώς η έκθεση τους τείνει να αποπροσανατολίζει ή να αντιτίθεται στο “σώμα” της σειράς, οπότε η συνέκθεση με τα υπόλοιπα έργα κρίνεται από την Επιμελητή ότι θα συμβάλλει αρνητικά στην πρόσληψη των έργων του καλλιτέχνη· τότε τα συγκεκριμένα έργα αποβάλλονται από την ύλη της έκθεσης. Ακολουθεί η Χωροθεσία των έργων τέχνης. Στον αντίποδα, ο καλλιτέχνης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτική θέση ως προς την χωροθέτηση της έκθεσης του για ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονται με αυτό που ξέρει για τα έργα έναντι της πρόσληψης τους από έναν λιγότερο διαμεσολαβημένο θεατή. Επιπρόσθετα θεωρείται σημαντικό αφενός να περιοριστεί η “συνομιλία” των έργων με δομικά στοιχεία του χώρου, αφετέρου η παρουσίαση τους να είναι ισορροπημένη, και, συχνά, να εκφέρεται αρμονικά ως προς  την θέαση του.


Διαβάστε την συνέχεια ΕΔΩ